συνιδιάζω


συνιδιάζω
Α [ἰδιάζω]
γραμμ. α) δίνω την ίδια σημασία σε κάτι («πρόθεσις συνιδιάζουσα τὸ ἐπιθετικὸν τῷ κυρίῳ ὀνόματι», Απολλ. Δύσκ.)
β) χρησιμοποιούμαι ειδικά μαζί με κάτι άλλο («... τῶν ἄλλων πτώσεων, ἐπεὶ τὰ ταύταις συνιδιάσαντα ἄρθρα ἐκαλεῑτο», Απολλ. Δύσκ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • συνιδιάσαντα — συνιδιάζω give a special signification to together aor part act neut nom/voc/acc pl συνιδιάζω give a special signification to together aor part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνιδιαζόμενος — συνιδιάζω give a special signification to together pres part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνιδιάζουσα — συνιδιάζω give a special signification to together pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.